Υ.
2
Ὑβοί: κυρτοὶ καὶ ὕβωμα τὸ κύρτωμα.
2
ὑδαταινούσῃσιν: ὑδερώδεσιν ἢ ἐξυδατούσαις τὸ αἷμα καὶ
3
ὑδατώδη καθαιρομέναις.
4
ὑδατόχλοα: ὡσεὶ καὶ ὑδατόχλωρα ἔλεγε.
5
ὑδατώδεας: ὑδρωπικάς.
6
ὕδριον: ἡ μικρὰ ὑδρία ὑποκοριστικῶς.
7
ὕδρωψ: Διοσκουρίδης ἐν δευτέρῳ τῶν ἐπιδημιῶν ὀξυτόνως
8
ἀναγινώσκει καὶ δηλοῦσθαί φησι τὸν ὑδροποειδῆ.
9
ὑπάλειπτρον: ἐλασμάτιον ᾧ ἄν τις ὑπαλείψαιτο τοὺς ὀφθαλμούς.
10
11
ὑπάλειπτον: ἔγχριστον φάρμακον.
12
ὑπεζύγωται: ὑπέζευκται.
13
ὑπιλληθέωσιν: ὑποσυστραφῶσιν.
14
ὑπέρινος: ὁ ὑπερκεκαθαρμένος ἄνθρωπος, καὶ αὕτη ὑπερίνησις.
15
οὕτως γοῦν ἐξηγήσαντό τινες καὶ τὸ ὑπερίνος 19.149
1
ἰσχναίνει. δοκεῖ δὲ καὶ τὸ μακρόπνους καὶ τὸ βραχύπνους
2
διχῶς ὡσαύτως λέγεσθαι.
3
ὑπερτονεῖ: ὑπερτείνεται.
4
ὑπερυδρόν: ἄγαν πλήρη τοῦ παρακεχυμένου ὕδατος.
5
ὑπερχολήσει: πολλῆς πληρώσει χολῆς.
6
ὑπερψύχθη: μετρίως ὑπανῆλθε τῆς πυρεκτικῆς θερμότητος.
7
ὑπνοῦσα: ὑπνωτικῶς ἔχουσα, ὕπνῳ κοιμωμένη.
8
ὑπολείβεται: ὑποστάζει, ὑποῤῥεῖ
9
ὕπομβρον: ὕφυγρον, ὑπόπυον.
10
ὑπομύσαρα: δυσώδη καὶ ἄξια τοῦ μυσάττεσθαι.
11
ὑπονησαμένη: ὑποκολυμβήσασα, ὑπελθοῦσα.
12
ὑπόξηρα: ὑπόκοιλα, ταπεινότερα.
13
ὑπόξυρος: γρυπὸς τὴν ῥῖνα, διὰ τὸ ταπεινότερα
14
τὰ πέριξ εἶναι του ὑψώματος.
15
ὑποξύρους: ταπεινοτέρας, προσεσταλμένας. εἴρηται δὲ ἐπὶ
16
γαστέρων ἐν τῷ μείζονι προῤῥητικῷ.
17
ὑπόσφαγμα: ὅλου τοῦ μέλανος τῆς σηπίας το οἷον ὑπότρυγον.
18
1
ὑποτροπή: οὐ μόνον η ὑποστροφὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐναλλάξ μεταβολὴ,
2
ὥσπερ ὅταν εἴπῃ κωματώδης ἐν ὑποτροπῇ.
3
ὑποψέφαρα: ζοφοειδῆ, ὑπομέλανα.
4
ὑποψάφαρα: τραχύτερα. τὸ γὰρ ψαφαρὸν ἔγκειται τῷ ὀνόματι.
5
6
ὑπωμείη: τὸ ὑποκείμενον ἂν οὕτω λέγοιτο ἤτοι τῇ ἐπωμίδι
7
ἢ καὶ τῷ ὤμῳ.
8
ὑφύδρους: τοὺς ὑδεριῶντας.